ἄγριππος

ἄγριππος
Grammatical information: m.
Meaning: Laconian name for a `wild olive' (Zen.)
Other forms: ἄγριφος γένος τι ἀγρίας ἐλείας H.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Fur. 158 notes that these words have the characterictic variation of Pre-Greek words.
Page in Frisk: --

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άγριππος — ἄγριππος, η (Α) άγρια ελιά …   Dictionary of Greek

  • ἄγριππος — wild olive masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγρίππου — ἄγριππος wild olive masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄγριππον — ἄγριππος wild olive masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ίππος — I Μονάδα μέτρησης της ισχύος που συμβολίζεται με CV (γαλλικά, Cheval Vapeur) ή HP (αγγλικά, Horse Power). H μονάδα CV χρησιμοποιείται κυρίως για τη μέτρηση ισχύος μηχανών και ισούται με 75 χιλιογραμμόμετρα ανά δευτερόλεπτο ή 736 W. Ο βρετανικός ι …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.